συνεννόηση

συνεννόηση
[-ις (-εως)] η
1) понимание, взаимопонимание, согласие;

κακή συνεννόηση — недоразумение;

2) обмен мнениями;

βρίσκονται στο στάδιο συνεννόήσεων — быть в стадии обсуждения;

3) соглашение, договорённость;

με συνεννόηση — по договорённости;

έρχομαι σε συνεννόηση — приходить к соглашению, договариваться;

4) сговор (обычно тайный);

είμαι εις συνεννόησιν — быть заодно (с кем-л.), быть в сговоре


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "συνεννόηση" в других словарях:

  • συνεννόηση — η, Ν 1. ανταλλαγή γνωμών, ανταλλαγή απόψεων («βρίσκονται ακόμη στο στάδιο τών συνεννοήσεων») 2. συμφωνία, σύμπτωση γνωμών («τελικά επήλθε συνεννόηση μεταξύ τους») 3. αμοιβαία κατανόηση («στο ζευγάρι αυτό δεν υπάρχει πια συνεννόηση») 4. μυστική… …   Dictionary of Greek

  • συνεννόηση — η 1. αμοιβαία κατανόηση: Δεν υπάρχει συνεννόηση ανάμεσά τους. – Η γλώσσα είναι το κύριο μέσο συνεννόησης μεταξύ των ανθρώπων. 2. συμφωνία: Προηγήθηκε μυστική συνεννόηση μεταξύ τους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Συνεννόηση εγκάρδια — (Entente cordial). Γενικός όρος που αναφέρεται στις διάφορες συμφωνίες που συνομολογήθηκαν στις 8 Απριλίου 1904 μεταξύ Γαλλίας και Μ. Βρετανίας και οι οποίες συντείναν στο να βρεθούν οι δύο δυνάμεις σύμμαχοι στον A’ Παγκόσμιο πόλεμο. Βλ. λ.… …   Dictionary of Greek

  • Συνεννόηση μικρή — (Petite entente). Συνθήκη συμμαχίας μεταξύ Τσεχοσλοβακίας και Γιουγκοσλαβίας (14 Αυγούστου 1920), που ολοκληρώθηκε με τη σύναψη συμμαχίας μεταξύ Ρουμανίας και Γιουγκοσλαβίας (7 Ιουνίου 1921) και την τελική συνεργασία των τριών κρατών που… …   Dictionary of Greek

  • αντάντ — (γαλλ. entente). Γαλλική λέξη που σημαίνει συμφωνία, συνεννόηση. Από τον 19o αι. χρησιμοποιήθηκε σε αναφορά με διάφορες διπλωματικές συμφωνίες και συμμαχίες, μεταξύ των οποίων και οι επόμενες. Εγκάρδια Συνεννόηση. Χαρακτηρισμός που δόθηκε από τη… …   Dictionary of Greek

  • Εδουάρδος — I (Edward). Όνομα βασιλιάδων της Αγγλίας. 1. Ε. ο Πρεσβύτερος (; – 924). Βασιλιάς του Γουέσεξ(899 924). Ήταν δευτερότοκος γιος του Αλφρέδου του Μεγάλου, τον οποίο διαδέχτηκε στον θρόνο το 899. Ασχολήθηκε μαζί με την αδελφή του Έθελφλεντ με την… …   Dictionary of Greek

  • Κωνσταντίνος — I Όνομα δύο βασιλιάδων της νεότερης Ελλάδας. 1. Κ. Α’ (Κωνσταντίνος Γκλίξμπουργκ, Αθήνα 1868 – Παλέρμο, Σικελία 1923). Βασιλιάς των Ελλήνων (1913 17, 1920 22). Ήταν πρωτότοκος γιος του βασιλιά Γεωργίου Α’ και της βασίλισσας Όλγας. Έπειτα από… …   Dictionary of Greek

  • Δημήτριος — I Όνομα δύο βασιλιάδων της Μακεδονίας. 1. Δ. Α’ ο Πολιορκητής. Βλ. λ. Δημήτριος ο Πολιορκητής. 2. Δ. Β’, ο αποκαλούμενος Αιτωλικός (275 – 229 π.Χ.). Βασι λιάς της Μακεδονίας (239 229 π.Χ.). Ήταν γιος του Αντίγονου Γονατά, τον οποίο διαδέχτηκε… …   Dictionary of Greek

  • καρτέλ — Σύμπραξη ανάμεσα σε επαγγελματικές, συνδικαλιστικές ή πολιτικές ομάδες με σκοπό την κοινή δράση. Η συνεννόηση αυτή μπορεί να γίνει είτε με τον καθορισμό των κατώτερων τιμών στις οποίες θα πωλούν διάφορα προϊόντα είτε με τον περιορισμό της… …   Dictionary of Greek

  • λέων — I Όνομα λογίων της βυζαντινής περιόδου. 1. Λόγιος και κληρικός (9ος αι.). Σοφός δάσκαλος με ευρεία εγκυκλοπαιδική μόρφωση και σκέψη, άκμασε την εποχή κατά την οποία στο Βυζάντιο σημειώθηκε μια αξιόλογη πνευματική άνθηση επί Θεοφίλου και Μιχαήλ Γ’ …   Dictionary of Greek

  • συνθηματικός — ή, ό / συνθηματικός, ή, όν, ΝΜΑ [σύνθημα, ατος] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο σύνθημα 2. αυτός που περιέχει ή εκφράζει ένα σύνθημα, ένα σημείο συμφωνημένο εκ τών προτέρων, συμβολικός (α. «συνθηματικές γλώσσες» [γλωσσ.] ιδιώματα που… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»